Η πρόσφατη αναφορά του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για τη θέσπιση ασυμβιβάστου μεταξύ της υπουργικής και της βουλευτικής ιδιότητας ως μέσο καταπολέμησης της διαφθοράς, άνοιξε έναν ασκό του Αιόλου στον δημόσιο διάλογο. Παρά το γεγονός ότι η πρόταση πλασάρεται ως μια ριζική μεταρρύθμιση που θα εξυγιάνει τον δημόσιο βίο, μια ψύχραιμη ανάλυση αποκαλύπτει πως πρόκειται περισσότερο για έναν επικοινωνιακό ελιγμό παρά για μια ουσιαστική θεσμική θωράκιση.
Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι η χρονική συγκυρία. Η μετατόπιση της ατζέντας από φλέγοντα ζητήματα, όπως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε μια μελλοντική και αβέβαιη Συνταγματική Αναθεώρηση, θυμίζει την τακτική της «διαφυγής προς τα εμπρός». Η πρόταση μοιάζει με «συνταγματική πομφόλυγα» που εργαλειοποιεί το Σύνταγμα για να εκτονωθεί η πολιτική πίεση. Αν ο πραγματικός στόχος ήταν η πάταξη της διαφθοράς και του ρουσφετιού, η λύση δεν θα αναζητούνταν σε μελλοντικά άρθρα, αλλά στην άμεση άρση της ασυλίας και στον έλεγχο των εμπλεκόμενων στελεχών.
Η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου σε ένα αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα, όπως το ελληνικό, ενέχει τον κίνδυνο να διαρρήξει περαιτέρω τη σχέση αντιπροσώπευσης. Ενώ σε προεδρικά συστήματα το ασυμβίβαστο λειτουργεί λόγω του σαφούς διαχωρισμού των εξουσιών, εδώ ενδέχεται να οδηγήσει σε έναν πανίσχυρο Πρωθυπουργό που θα διορίζει «εξωκοινοβουλευτικούς τεχνοκράτες», μετατρέποντας το Υπουργικό Συμβούλιο σε έναν κλειστό κύκλο προσώπων που δεν λογοδοτούν απευθείας στο εκλογικό σώμα.
Ο καθηγητής Σπύρος Βλαχόπουλος ορθά τονίζει πως η ενίσχυση της Δημοκρατίας περνά μέσα από την αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή και τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, όχι μέσω της απομόνωσής της. Αν ο βουλευτής μετατραπεί σε απλό «χειροκροτητή» νομοσχεδίων χωρίς ελπίδα υπουργοποίησης ή, αντίθετα, αν ο υπουργός στερείται της λαϊκής νομιμοποίησης της κάλπης, τότε το χάσμα μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας θα μεγαλώσει.
Επιπλέον, η εμπειρία του παρελθόντος, όπως το επαγγελματικό ασυμβίβαστο του 2001 που καταργήθηκε το 2008, διδάσκει ότι τέτοιες «εκσυγχρονιστικές» τομές συχνά δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν. Η στροφή προς έναν άκρατο τεχνοκρατισμό μπορεί να οδηγήσει σε μια κυβέρνηση αποκομμένη από τις κοινωνικές ανάγκες, όπου οι υπουργοί θα λειτουργούν ως στελέχη επιχειρήσεων και όχι ως πολιτικά πρόσωπα που αφουγκράζονται την κοινωνία.
Το ασυμβίβαστο δεν είναι πανάκεια. Χωρίς ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης των ανεξάρτητων αρχών, επιτάχυνσης της δικαιοσύνης και διαφάνειας στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, η πρόταση παραμένει ένα κενό γράμμα. Η καταπολέμηση της διαφθοράς απαιτεί πολιτική βούληση για σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα στο «εδώ και τώρα», και όχι θεωρητικές αναζητήσεις για το Σύνταγμα του μέλλοντος. Η Δημοκρατία μας χρειάζεται ισχυρά θεσμικά αντίβαρα, όχι επικοινωνιακά αναχώματα.

